Φωτοπόροι : Φωτογραφική ομάδα Δήμου Ελευθερίου - Κορδελιού
Μιά φωτογραφία - Ένα κείμενο (Φωτογραφίες Έκθεσης)
Β.Μπακαλούδης |
Το σπίτι
καμένο. Απ' τ'
άδεια
παράθυρα Φαινόταν ο
ουρανός. Κάτω,
στον κάμπο, μακρινές οι φωνές των τρυγητών. Ύστερα ήρθαν τα
τρία παλικάρια
με λαγήνια,
έβαψαν τ'
άγαλμα με
μούστο. Τα σύκα τα
φάγανε αυτοί. Λύσαν τις
ζώνες τους, κάτσανε
πλάι-πλάι μες
στα
ξεράγκαθα, δέσανε πάλι
τις ζώνες
τους κ' έφυγαν. Αναπόληση
Γ.
Ρίτσος
|
|
Δ.Μπαλουκίδης |
Νέα κόρη ωραίε
μαραγκέ που
καρφώνεις
τις σανίδες με τα
αγκάθια των
τριανταφύλλων
μην
κλάψεις ένα δάκρυ
βλέποντας να στάζει
αίμα το ξύλο. Pablo Picasso
|
|
Σ.Νταγιούκλας |
ΔΙΑφανες
ΑυλαΙες ΕνδοχΩρα Είναι τα
βλέφαρα μου διάφανες
αυλαίες Όταν τα
ανοίγω τα
βλέπω μπρος μου
ό,τι κι αν
τύχει. Όταν τα
κλείνω βλέπω Μπρος μου
ό,τι ποθώ.
|
|
Π.Εκατό |
Σ’
ονειρεύτηκα
τόσο πολύ, τόσο
περπάτησα,
τόσο μίλησα, τόσο
αγάπησα τη
σκιά σου που
τίποτα πια
από σένα δε μου
μένει. Μου μένει
να γίνω σκιά μες στις
σκιές εκατό
φορές πιο
σκιά απ’ τη
σκιά, να γίνω η
σκιά που θα ‘ρθει και θα
ξαναρθεί στην
ηλιόλουστη
ζωή σου.
|
|
Β.Γιανγκόπουλος |
Ο ΓΛΑΡΟΣ Ώρα καλή
στου απείρου
την καρδιά γλάρε μου
βραδυνέ που
φεύγεις-πλοίο μετά από
σένα η νύχτα, η
σιγαλιά, η κάμαρα
μου , ένα
φωσάκι , ένα
βιβλίο Πηγαίνεις
σύ… Εγώ
εκπεσμένο
αλαργινό αδέρφι
σου
νοσταλγικό
εδώ μένω ένα
βιβλίο, ένα
φωσάκι-και
πονώ- μια
καμαρούλα-αδέρφι
μου υψωμένο Κι’ όλο
πετάς ώρα
καλή κι έχω
δουλειά στο χούμα
δω που
βρέθκαν οι
καημοί μου , άσπρα να
κάμω τα χρυσά
μου τα μαλλιά κι ύστερα
να λυγίσω το
κορμί μου.
|
|
Κ.Καραδήμος |
Βαρκούλα ξεχασμένη Πα στη Χρυσή Αμμουδιά Παλιά ξεθωριασμένη Στου ήλιου τη φωτιά Ήταν λευκό γαλάζιο Και κόκκινο σκαρί Κι ολόχαρα κινούσε Στ’ανέμου την πνοή Μα τώρα αποσταμένη Γέρικη θλιβερή Απόμεινε γερμένη Σε κάθε νέα αυγή
|
|
Μ.Κοκκίνου |
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΤΟΠΙΟ Πολιτεία
καταχωμένη
σε
συσσωρεύσεις, Πολιτεία
διάφωτη σα
μες σε νύχτα, Μεταφυσική,
ανυπόστατη,
αμφιβολία. Μες
στην αφή, στα
πράματα, είν'
ένας ουρανός. Μες
στην
υπόσχεση, στα
όνειρα, είν'
ένας
δεύτερος. Ο
άλλος
μυστικός,
απρόσιτος,
σαν τους
Αγίους. Μπορούμε
να τον
υποκαταστήσουμε Με
κείνο το βαθύ
γαλάζιο στις
παλιές
εικόνες, Η
μ' ένα σύμβολο
διάστικτο —
ένα πρόσωπο, Μονάχο,
αντανακλώμενο
σ' έρημους από
φως. Οι
άνθρωποι
βλέπουν μέσα
τους. Οι
γυναίκες
περνούν κι
αφήνουν, Σα
νάσαι η
εμπιστευτική
τους διαμονή, Κάτι σα
φέγγος
μελιχρό, που
σε διαπερνά, Σε
συνοδεύει
στις
περιπλανήσεις
σου,
χαμηλωμένος
φωτισμός. 'Εδώ
μπορεί να
υπάρχεις και
να μην
υπάρχεις. Να
σβήνεις και
να χάνεσαι. Να
περπατείς
και να
βούλιαζες. Μπορείς
να λάμπεις, να
προσεύχεσαι
ή ν’ αντηχείς
σαν τις
καμπάνες.
|
|
Κ.Κωνσταντινίδης |
Μα
πού θα
παίξουν τα
παιδιά; Οι
τοίχοι είναι
διάφανοι πολέμου
αποτυπώματα. Μα
πού θα
παίξουν τα
παιδιά μέσα
στα
χαρακώματα; Τέφρα
από κόκαλα
σωρός μοιάζει
Κρανίου
τόπος. Μα
πού θα
παίξουν τα
παιδιά, μεσ’
τα καμιόνια όπως ,
όπως; Στρατόπεδο
συγκέντρωσης η
παιδική χαρά
τους, Μα
πού θα
παίξουν τα
παιδιά να
φτιάξουν τα
όνειρά τους; Αργυρώ
Μακρή
|
|
Π.Λαλίδης |
Να
βγαίνεις απ’
το όνειρο Να
κατεβάζείς
τα πουλιά Στον ύπνο
πάλι να
περνάς Κι ύστερα
στο δωμάτιο Να
ντύνεσαι
καλά Να πας
κατά την
πόρτα Να κάνεις
δύο βήματα -στο τρίτο
κοκαλώνεις! Να λείπει
απάνω ο
ουρανός Γιάννης
Ζαρκάδης
|
|
Α.Μιχαήλογλου |
ΠΡΟΣ ΤΟΝ
ΜΟΡΦΕΑ Εσύ, που
τα
υπνοβότανά
σου Και των
θεών τα μάτια
κλείνουν, Στον
θρόνο τον
ζητιάνο
φέρνουν, Την κόρη
στον βοσκό
την δίνουν, Ελ’
άκουσέ με!
Ουτοπίες Γω δεν
ζητώ τώρ’ από
σένα Την πιο
μεγάλη
εκδούλευση
σου Να κάμεις
θέλω και σε
μένα! ... Γκαίτε (Goethe), 1767
|
|
Χ.Παντελιάδης |
Το
καραντί … Το
καραντί θα
μας μπατάρει. Σάπια
βρεχάμενα,
τσιμέντο και
σκουριά. Από νωρίς,
δεξιά στη
μάσκα την
πλωριά, κοιμήθηκεν
ο καρχαρίας
που
πιλοτάρει.
|
|
Γ.Παπαναγιώτου |
Κι όπως με
τρεις
κλωστές
καπνού λέει
τον εσπερινό Ήρεμη
στέγη με την
καμινάδα της Μια
νυχτερίδα
πιάνεται μεσ’
τα μαλλιά της
δύσης. Οδυσσέας
Ελύτης
|
|
Η.Πολίτης |
Η
ΕΠΕΜΒΑΣΙΣ
ΤΩΝ ΘΕΩΝ Θα γίνη
τώρα τούτο , κ’
έπειτα
εκείνο ˙ και πιο
αργά σε μια ή
δύο χρονιές (ως
κρίνω), τέτοιες
θα είν’ η
πράξεις,
τέτοιοι θάν
οι τρόποι. Δεν θα
φροντίσουμε
για μακρυνό
κατόπι. Για το
καλλίτερον
ημείς θα
προσπαθούμε. Και όσο
προσπαθούμε,
τόσο θα
χαλνούμε , θα
μπλέκουμε τα
πράγματα, ως
να βρεθούμε στην άκρα
σύγχυσι. Και
τότε θα
σταθούμε. Θα ην η
ώρα οι θεοί να
εργασθούνε. Έρχονται
πάντοτ’ οι
θεοί. Θα
καταιβούνε από τές
μηχανές των,
και τους μεν
θα σώσουν, τους δε
βίαια,
ξαφνικά θα
τους
σηκώσουν από την
μέση ˙ και σαν
φέρουνε μια
τάξι θ’
αποσυρθούν. – Κ’
έπειτ’ αυτός
τούτο θα
πράξη, τούτο
εκείνος ˙ και
με τον καιρόν
οι άλλοι τα ιδικά
των. Και θ’
αρχίσουμε
και πάλι.
|
|
Τ.Σχίζας |
Ανεπίδοτη
Επιστολή
"Αυτό
είναι το
γράμμα μου
στον κόσμο
που ποτέ δεν
έγραψε σε
μένα..."
Έμιλι
Ντίκινσον
Στην
Ελίνα Αγαπητοί
φίλοι! Ίσως
το γράμμα
αυτό να μην
διαβαστεί
ποτέ, από
κανέναν, αλλά
στα αλήθεια
δε με νοιάζει.
Ίσως μέχρι να
φτάσει στα
χέρια σας να ‘χω
πια ολότελα
ξεχαστεί απ’
όλους. Αλλά,
ούτε δα κι’
αυτό το
τελευταίο με
νοιάζει.
Εξάλλου, δεν
έχω και πολλά
να σας πω, θέλω
μόνο να σας
θυμίσω ότι
κάποτε
υπήρξα.
Κάποτε
υπήρξα κι’
ήμουν και ζωή
και θάνατος
μαζί. Και ζωή
και Χάρος
ήμουν! Έζησα,
τ’ ομολογώ, μια
ζωή
δηλητηριασμένη,
γι’ αυτό θαρρώ
αποφάσισα να
την
εγκαταλείψω.
Εκείνο που
για τους
άλλους ήτανε
ζωή, για μένα
θάνατος ήταν.
Γεννιόμουνα
και πέθαινα
κάθε μέρα, ώρα
και στιγμή.
Ζούσα με το
θάνατο, ζούσα
για να πεθάνω,
μα
τουλάχιστον
δε ζούσα
νεκρή όπως οι
γύρω μου, τα
μικρά αστεία
ανθρωπάκια
που λέγαν πως
μ’ αγάπησαν, κι’
ας μην
μπόρεσαν
ποτέ, κι’ ας
μην τόλμησαν
ποτέ να
διαβάσουν
την ψυχή πού ‘κρυβε
περίσσιο φως
και σκοτάδι
μέσα της. Κατά
βάθος με
φοβόντουσαν
και δεν
αργούσαν να
τραπούν εις
άτακτον
φυγήν. Δεν
άντεχαν να με
κοιτούν
κατάματα, μην
τύχει και
τους κλέψω
την ψυχή τους. Αγαπήθηκα,
αγαπήθηκα
πολύ, μα
μπορεί ποτέ
κανείς να
φανταστεί
ότι
λυπόμουνα
βαθιά όταν
καταλάβαινα
ότι μ’
αγαπούσαν;
Εγώ, ίσως να
μην αγάπησα
αρκετά, όχι
όσο έπρεπε.
Τον ιδανικό
μου έρωτα
θαρρώ τον
έζησα στη
φαντασία μου.
Η ψυχή μου και
η αγάπη
γεννήθηκαν
την ίδια μέρα.
Αυτό το
ένιωθα μέσα
μου, κι’ όμως
δεν πίστευα
ότι θα υπήρχε
μέρα που θα
μου
αποδείκνυε
ότι αγαπούσα
αληθινά. Δεν
είναι στα
αλήθεια
τραγικό, μια
μεγάλη
ειρωνεία, να
μιλούν για
την αγάπη
άνθρωποι που
δεν την
γνωρίζουν
και να
σιωπούν
εντελώς
κείνοι που
νοιώθουν την
ψυχή τους να
πνίγεται στο
πόνο της; Πολλοί
λέγαν ότι
ζούσα μέσ’ στο
κεφάλι μου.
Κάτι έπρεπε
να πουν κι’
αυτοί… Πως
άλλως θα με
κατέτασσαν
σε
συγκεκριμένη
κατηγορία
ανθρώπων;
Άνθρωποι,
ανθρωπάκια! Η
ζωή ένα
τεράστιο
ψέμα που
άλλοι το
αγαπάνε κι’
άλλοι - οι
λίγοι -
προσπαθούν
να το κάνουν
αληθινή ζωή.
Εσείς,
αγαπητοί
άγνωστοί μου
φίλοι, πως
ζείτε; Ζείτε;
Μια φάρσα,
αυτό ήταν η
δικιά μου ζωή.
Κανείς δεν
την κατάλαβε.
Γεννήθηκα
χωρίς να το
θέλω, έζησα
στο περίπου,
και
σκηνοθέτησα
το θάνατό μου.
Κι’ όμως
αγαπούσα τη
ζωή, αλλά
πάντα αυτή
μού ‘παιρνε ό,τι
άλλο
αγαπούσα. Μου
έλειπε πάντα
μια καρδιά
που να πονεί
για μένα. Κι
ήταν δύσκολο,
δύσκολο πολύ
να ζω μονάχη
μου μέσ’ σένα
κόσμο τόσο
παράλογα
προσκολλημένο
στα μικρά της
ζωής και στο
τίποτα.
Ήμουνα σαν
παράσιτο, σαν
μαύρο ξωτικό
που έχασε το
δρόμο κι’ αντί
να ταξιδέψει
στον
ονειροκόσμο
του, ξέπεσε σε
τούτη δω τη γη.
Μάλιστα,
κάποια φορά,
κάποιος με
ρώτησε κρυφά
αν είμαι χήρα
σαν φορούσα
μαύρα βαριά.
Εγέλασα.
Αλήθεια ήταν!
αν μάντεψε
την ψυχή μου,
καλά την
ονόμασε χήρα… Είναι
που θα
παρακαλούσαν
να είχαν
ζήσει στην
εποχή μου. Εγώ,
θά ‘θελα να
ζήσω σε
κάποιαν
άλλην εποχή.
Έζησα
ανάμεσα σε
μια γενιά
ηττημένη.
Κάποιοι από
μας κάναν τον
πόνο στίχο,
την οργή
τραγούδι,
αλλά κανείς
δεν τόλμησε… -
ούτ’ από μας
ούτ’ απ’ τους
άλλους - δεν
τόλμησε να
ξεφύγει απ’ το
χαραγμένο
μονοπάτι, δεν
τόλμησε να
πει ό,τι στ’
αλήθεια
σκεφτότανε,
δεν τόλμησε
να κάνει ό,τι
στ’ αλήθεια
ήθελε να
κάνει. Οι
περισσότεροι
ήταν - ήμασταν -
δειλοί που ’ψαχναν
απλά να βρουν
την
αυτοεπιβεβαίωσή
τους. Κάτι
νέοι
σκυθρωποί κι’
ανάπηροι.
Ολίγοι γέροι
με κακόβουλο
ύφος. Κάτι
δεσποινίδες
σαλατολόγοι
και
υπερφίαλοι…
Απόκληροι
της
αντίληψης… Κι’
όμως ανάμεσα
σ’ αυτούς ήταν
και ο Κ., ο μόνος
που θα
μπορούσε
ποτέ να με
καταλάβει,
αλλά ούτε και
κείνος
τόλμησε… Μού ‘πε
μάλιστα, πως
με λυπόταν
γιατί τον
αγαπούσα… ότι
ήμουνα γι’
αυτόν μια
παρηγοριά. Τό ‘χε
η εποχή,
κανείς δεν
ήταν ο εαυτός
του! Γι’ αυτό
θαρρώ και
έζησα τόσο
μόνη, κι’ ας
είχα πάντοτε
κάποιους να
με
συντροφεύουν,
αδέλφια μου
σένα πόνο που
δε θα
μπορούσαν
ποτέ να
συλλάβουν.
Έκαναν τα
πάντα για με,
αλλά η αγάπη
τους ήταν μια
θυσία που
ποτέ δεν
δέχτηκα με
ευμένεια κι’
οι ανησυχίες
τους
χειροπέδες
για μένα. “Πόσο
είναι αστεία
η ζωή μα και
πόσο
αστειότεροι
είμαστε μεις
που την
ανεχόμαστε
τέτοια”,
έγραψα,
θυμάμαι,
κάποτε στο
ημερολόγιό
μου… Μα, από
τότε έχουν
πια περάσει
χρόνια. Πόσα,
δεν ξεύρω,
αφού ο χρόνος
δεν έχει πια
για με καμία
σημασία. Τώρα,
είμαι κάπου
αλλού και ζω -
αν τούτη δω η
κατάσταση
θεωρείται
ζωή - μέσ’ απ’
τις
αναμνήσεις
μου.
Ξεφυλλίζω τα
τετράδια του
μυαλού και
κοιτάζω πίσω.
Όλα ζητάω τα
χαμένα, τις
μικρές
στιγμές, τον
αγαπημένο…
Γυρνώ το
βλέμμα και
τον κοιτάζω
πάντα το
δρόμο που
αφήσαμε.
Είναι μακρύς,
σκοτεινός,
γεμάτος
δυσκολίες
και φρίκη…
είναι τόσο
μακρύς, τόσο
δύσκολος… κι’
όμως - θεέ
συγχώρεσέ με -
θα τον
έπαιρνα με
την καρδιά
γεμάτη
δάκρυα και
μεταμέλεια…
Με την καρδιά
δεμένη με τα
σίδερα της
αμαρτίας θα
ξεκινούσα να
σ’ εύρω
μοναδική κι’
αξέχαστή μου
αγάπη… Δε θέλω
τίποτε άλλο,
μόνο να φτάσω,
να σταθώ
κοντά σου
τόσο που
φτάνει για να
ιδώ… να ιδώ το
πρώτο βλέμμα
σου εκείνο
που μου ’ριχνες
σαν έφτανα…
τις
μικρούλες
όλες εκείνες
ρυτίδες στο
πρόσωπό σου…
να ιδώ τα
χέρια σου ν’
απλώνονται
σε μένανε να
με
αγκαλιάσουν…
να ιδώ… να
νοιώσω το
φίλημά σου…
Είναι τόσο
μεγάλος ο
καημός και
είμεθα τόσο
μικροί ένας-ένας
εμείς οι
άνθρωποι που
τον
αποτελούμεν… Τα
λόγια αυτά
ίσως ν’
ακούγονται
σαν
παραλήρημα
ενός
ετοιμοθάνατου,
μα, αλοί, δεν
μπορώ να
πεθάνω αφού
είμαι από
χρόνια πια
νεκρή. Όσο
ζούσα, όσο
έζησα, ήμουνα
παιδί. Ήμουνα
ένα παιδί
άμυαλο, μπορώ
να το
παραδέχομαι
αλλά και ποιο
παιδί δεν
είναι άμυαλο;
Ένα παιδί
είμαι ακόμη…
Ένα παιδί που
γράφει σε σας,
τους
άγνωστούς
του φίλους,
για να τους
πει: να
μείνετε
πάντα παιδιά,
κι’ αν είναι
δυνατόν
άμυαλα
παιδιά. Να
ζήσετε τη ζωή
σας με τρέλα,
να ζήσετε
παράλογα, να
σκοτώσετε τη
λογική πούνε
ο φονιάς της
χαράς και της
ζωής, να
τολμήσετε να
κάνετε τα
δύσκολα, τα
μεγάλα, τα
σημαντικά, ν’
ακολουθήσετε
τα δύσβατα
μονοπάτια, ν’
αφήσετε να
θρονιαστεί
στην καρδιά
σας για πάντα
η άνοιξη και
το χαμόγελο
στα χείλη, ν’
αγαπήσετε με
πάθος και να
καείτε απ’ τη
φλόγα της
αγάπης σας, να
κάνετε τον
πόνο, τη χαρά,
την κάθε σας
στιγμή
τραγούδι, κι’
όταν έρθει η
ώρα η στερνή
να πεθάνετε
όχι από πλήξη,
αλλά από
ειλικρίνεια
όπως ο φίλος
τζίτζικας,
που τόσο
ωραία τα
έλεγε μα μεις
τα παίρναμε
για γκρίνια… Τώρα,
καθώς γράφω
τις
τελευταίες
γραμμές,
κοιτώ πίσω
και
αντιλαμβάνομαι
πόσο στάθηκα
τυχερή: έζησα
ελεύθερη όσο
καμιά άλλη
γυναίκα της
εποχής μου,
έκανα
πράγματα που
δεν έκανε
καμιά άλλη, κι’
αγαπήθηκα
όσο λίγες. Και,
δεν το ξεχνώ,
καθώς το
βλέμμα μου
έσβηνε,
εκείνη τη
μελαγχολική
αυγούλα τ’
Απρίλη, δεν
ήμουν πια
μόνη. Νέοι που
μ’ αγάπησαν
ήρθαν να μ’
αποχαιρετήσουν
και φίλες
γκαρδιακές
στο
προσκεφάλι
μου ένα
τελευταίο
τραγούδι να
μου χαρίσουν… Αυτό
είναι το
γράμμα μου
στον κόσμο
που ποτέ δεν
έγραψε σε
μένα, όπως
λεει κι’ η καλή
μου φίλη. Με
αγάπη Μαρίκα
Πολυδούρη
|
|
Α.Χοϊλού |
Δεν
πειράζει που
δε σου ‘ρθε η
ζαριά τζογάρισες
στο όνειρο
και είσαι
έτοιμος για
όλα το λέει
και ένα
τραγούδι που
μας μάθαιναν
παλιά ΄΄Ο
χαμένος τα
παίρνει όλα΄΄
|
|
|
|
Έντυπο της έκθεσης
|
|
| Επιστροφή | Αρχική σελίδα |