Ταπεινός
Παράδεισος
Ευγενία
Κουμαντάρου
17/04-07/05/10
Χώρος:
Δημοτική Πινακοθήκη (Βίλα
Μορντώχ, Βασ. Όλγας
162 και Μαρτίου γωνία, τηλ.
2310425531)
Ώρες
λειτουργίας: Τρι-Πα 10.00-14.00,
18.00-21.00, Σα 18.00-21.00, Κυ 10.00-14.00
Διάρκεια:
17/04-07/05
Εγκαίνια:
24/04, 18:00
Σε
συνεργασία με τη Δημοτική
Πινακοθήκη
Μια
περιοχή άγνωστη στο ευρύ κοινό,
τα Κάτω Μέρη της Τήνου,
αποκαλύπτεται μέσα από το φακό
της Ευγενίας Κουμαντάρου, η
οποία τη φωτογράφισε κατά τη
διάρκεια της τελευταίας
δεκαετίας. Η ανέγγιχτη φυσική
ομορφιά και ο απλός τρόπος ζωής
των κατοίκων του νησιού
αποτυπώνονται με μοναδικό
τρόπο στα έργα της δημιουργού.
Φυσικές τοποθεσίες, σπίτια,
παρεκκλήσια, τα ζώα, οι άνθρωποι,
αλλά και οι καθημερινές τους
ασχολίες που σχετίζονται
κυρίως με τη γεωργία και την
κτηνοτροφία κυριαρχούν στα
θέματά της. Ακόμη κι αν δεν έχει
επισκεφθεί ποτέ την Τήνο, μέσα
από τις εικόνες της δημιουργού
ο θεατής νιώθει σαν να
βρίσκεται σε ένα μέρος οικείο,
σε μια εποχή αθωότητας και
ηρεμίας, σε έναν «ταπεινό
παράδεισο» που δύσκολα θα
συναντήσει πολλές φορές στη ζωή
του.
Κυκλοφορεί
ομότιτλο λεύκωμα
Ευγενία
Κουμαντάρου
Είναι
πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας
και Φωτογραφίας του
Πανεπιστημίου Princeton της
Αμερικής. Το 1989, μετά από διετή
επαγγελματική εμπειρία ως
βοηθός φωτογράφων του
πρακτορείου Magnum της Νέας Υόρκης,
εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου
ασχολήθηκε με φωτογραφήσεις
για τον ελληνικό τύπο. Υπήρξε
ιδρυτικό μέλος του αγγλόφωνου
περιοδικού Odyssey και
συνεργάστηκε με ελληνικές
εταιρίες για το σχεδιασμό και
την παραγωγή ετήσιων
απολογισμών και άλλων
εταιρικών εντύπων.
www.eugeniecoumantaros.com
O
τόπος είναι μια συζήτηση/συνδιάλεξη
ανάμεσα στα απτά, φυσικά
στοιχεία ενός τοπίου και της
πολιτισμικής κληρονομιάς η
οποία το διαμορφώνει, τα άτομα
τα οποία κατοικούν σε αυτό το
περιβάλλον σε βάθος χρόνου και
πιο συγκινητικά οι αναμνήσεις
μας, ή ίσως οι ψευδαισθήσεις μας,
για αυτό το χώρο. Είναι ένα
γλυπτό πάνω στο οποίο είναι
εγχαραγμένο το ποιοι είμαστε,
γιατί επιλέξαμε να βρισκόμαστε
εκεί ή γιατί μας επέλεξαν να
βρισκόμαστε εκεί.
Ευγενία
Κουμαντάρου
Αυτές
οι φωτογραφίες ξεκίνησαν όταν
ξεκίνησε και η οικογένειά μου.
Όχι μόνο γιατί ο τόπος αυτός
είναι κληρονομιά των παιδιών
μου, ο τόπος που όργωσαν οι
πρόγονοί τους και που οι
ιδιαιτερότητες και η νοοτροπία
του χαράχτηκαν από την αρχή στη
ψυχή τους, αλλά και κατά μία πιο
άμεση έννοια. Όταν ξεκίνησε η
ύπαρξη των παιδιών μου κι όπως
αυτά μεγάλωναν χρόνο με το
χρόνο, έτσι μεγάλωναν και οι
αποστάσεις που περπατούσαμε
στα Κάτω Μέρη της Τήνου.
Η
εξερεύνησή μας ξεκίνησε πριν
περίπου δέκα χρόνια, το χειμώνα,
όταν ήμουν έγκυος στο
μεγαλύτερο γιο μου και
περπατούσα από το σπίτι μας ως
το γειτονικό χωριό, προς το
στάβλο με το άσπρο άλογο ... Αν
και δεν πρόκειται για παραπάνω
από ένα - δυο χιλιόμετρα, η
διαδρομή αυτή αποκάλυπτε
αλώνια πνιγμένα από αγριόχορτα,
ανεμόμυλους
εγκαταλελειμμένους στο χρόνο
και χωράφια που εκτείνονταν σε
όλη την πεδιάδα σαν μία
αρμονική, ασύμμετρη σύνθεση,
φτιαγμένη από περιβόλια που τα
χώριζαν ξερολιθιές, καλαμιές
και σειρές από κυπαρίσσια.
Όταν
ο Νικόλας ήταν δύο ετών και ο
Γιώργος πλησίαζε τα πρώτα του
γενέθλια, ανέβαιναν στα
ποδηλατάκια τους και
κατευθυνόμασταν ανατολικά για
την καθημερινή μας βόλτα στην
εκκλησία της Κοίμησης και στο
νεκροταφείο του χωριού λίγο πιο
πέρα. Τα παιδιά προσήλωναν το
βλέμμα τους στη φλόγα των
κεριών που ανάβαμε κι εγώ
αναρωτιόμουν αν και η προ-προγιαγιά
τους γοητευόταν με τον ίδιο
τρόπο από το άναμμα των κεριών,
κάτω από το θόλο αυτής της ίδιας
εκκλησίας. Παρατηρούσα γύρω μου
τους άσπρους πέτρινους τοίχους
και το γκρίζο μάρμαρο και
μολονότι η εκκλησία έδειχνε σαν
μια τυπική νησιώτικη εκκλησία,
οι αγιογραφίες της έμοιαζαν να
προέρχονται από αλλού. Ακόμα
και οι εικόνες θύμιζαν την
αγροτική ζωή στα Κάτω Μέρη.
Τα
αγόρια περνούσαν με τα ποδήλατα
πίσω από την εκκλησία στην
ευθεία για το νεκροταφείο, απ'
όπου η εναλλαγή των εποχών
πλαισίωνε στο Εξώμβουργο, έναν
σχηματισμό βράχων που
ξεχωρίζει από τα βουνά που
αγκαλιάζουν τα Κάτω Μέρη. Το
Εξώμβουργο: άλλοτε
συννεφιασμένο κι άλλοτε
απειλητικό, άλλοτε πάλι
παιχνιδιάρικο κάτω από χορευτά
κι ανάλαφρα σύννεφα, μα πάντα,
μια αιώνια και ισχυρή παρουσία
που προστατεύει τα περιβόλια
που απλώνονται κάτω του.
Καθώς
παίρναμε ξανά και ξανά τον ίδιο
δρόμο με τα ποδήλατα, οι χωρικοί
έμοιαζαν σαστισμένοι με την
καθημερινή μας ενασχόληση. Σιγά-σιγά
τα πρόσωπα και οι φωνές τους μας
έγιναν οικεία - φωνές και
πρόσωπα τόσο χαρακτηριστικά,
που όταν αυτή η γενιά περάσει,
τα Κάτω Μέρη δεν θα είναι πια
ίδια, ίδια όπως έχουν
παραμείνει από γενιά σε γενιά
από τους μεσαιωνικούς χρόνους
έως σήμερα.
Αυτοί
οι αγρότες από τα τέσσερα χωριά
έδειξαν στα παιδιά μου τη ζωή
των ζώων των αγρών στο πλάτος
όλης της κοιλάδας. Τους έδειξαν
πώς να κραδαίνουν λεπτά ραβδιά
και να κατευθύνουν τα ζώα πάνω
στα στενά πέτρινα μονοπάτια
προχωρώντας από χωράφι σε
χωράφι, πώς να ταΐζουν τα
νεογέννητα αρνάκια με ένα από
τα δικά τους μπιμπερό, πώς να
αρμέγουν τις αγελάδες, πώς να
ζαλίζουν τις μέλισσες με τον
καπνό πριν από την
αυγουστιάτικη συγκομιδή του
μελιού.
Ύστερα
από μερικά χρόνια, προς το τέλος
Σεπτεμβρίου κι όταν πια τα
αγόρια είχαν γίνει τριών και
τεσσάρων ετών, πήγαμε πιο
βόρεια για να μαζέψουμε
σταφύλια, να τα απλώσουμε στον
ήλιο κι αργότερα να τα
πατήσουμε στο πατητήρι. Οι
εκδρομές μας στα
βορειοανατολικά αποκάλυψαν ένα
ορεινό τοπίο του οποίου κάθε
πιθανή καμπύλη είχε κάποτε
καλλιεργηθεί. Πέτρινες
πεζούλες αγκάλιαζαν τις
γραμμές του βουνού, σαν οι
αγρότες να ήταν χαράκτες που
σκάλιζαν την πλαγιά πάνω σε
μεταλλική πλάκα. Σ' αυτά τα μέρη,
στις ξερολιθιές που οριοθετούν
τα χωράφια παρεμβάλλονται
μεγάλες πέτρες που δεσπόζουν
επιβλητικά ψηλότερα από
ανθρώπους και ζώα. Αναπόφευκτα
ανατρέχει κανείς στα πολύ παλιά
χρόνια, όταν η θέση των λιθαριών
που επέλεγαν οι άνθρωποι είχε
ένα βαθύτερο θρησκευτικό νόημα.
Σκορπισμένα
στη βορειοανατολική μεριά
υπάρχουν αλώνια, αχυρώνες,
στάβλοι, και χωριουδάκια.
Παρεκκλήσια, σαν από ζωγράφου
χέρι βαλμένα, στέκονται στο πιο
μακρινό σημείο που μπορεί
κανείς να δει, προσφέροντας
παρέα εκεί, στην άκρη του κόσμου.
Εκεί όπου ήμερες πλαγιές
κατρακυλούν σε χαράδρες,
βρίσκονται διάσπαρτοι
περιστεριώνες, διακοσμημένοι
με τα ίδια γεωμετρικά σύμβολα -
κύκλους, τετράγωνα, τρίγωνα -
όπως το περίγραμμα των πέτρινων
κτισμάτων τριγύρω. Με αυτά τα
λιτά σχήματα οι άνθρωποι
χάραξαν τόση ομορφιά στον τόπο
τους.
Καθώς
τα παιδιά γίνονταν όλο πιο
ευκίνητα και φιλοπερίεργα,
ταξιδέψαμε πέρα από τα τέσσερα
χωριά στα ευρύτερα Κάτω Μέρη.
Μεγαλειώδη τοπία απλώθηκαν
μπροστά μας από τις βουνοκορφές,
σειρές και σειρές λόφων
ξεδιπλώνονταν σαν σκηνικά
θεάτρου, ανοίγοντας διάπλατα τη
ψυχή μας. Είδαμε την αλλαγή των
εποχών και το φως να
μεταμορφώνουν το τοπίο. Ο
καιρός, απειλώντας να
εξαφανίσει κάθε ίχνος της
ιστορίας αυτού του τόπου,
μετέτρεπε πέτρινα σπίτια σε
μνημειώδη ερείπια,
τα ξύλινα γρανάζια των
μύλων σε έργα γλυπτικής,
ηφαιστειογενή λιθάρια σε
ανθρώπινες μορφές. Σκιές
λάξευαν γεωμετρικά σχέδια πάνω
στον κυκλαδίτικο ασβέστη, που
μόνο μερικά είχε καταφέρει να
συγκαλύψει το πρόσωπο αυτής της
μεσαιωνικής γης.
Συχνά
ο άντρας μου έλεγε στους γιους
μας ιστορίες από τον καιρό που
είχε περάσει στα Κάτω Μέρη με τη
γιαγιά του, για τις καθημερινές
δουλειές, τις ρουτίνες και τις
φιλοσοφίες της και τα αγόρια
τον άκουγαν με προσοχή. Μερικές
φορές οι ιστορίες έδιναν νόημα
σε όλα αυτά που έβλεπαν γύρω
τους, στον τρόπο που ζούσαν
ακόμη πολλοί χωριανοί. Τους
μιλούσε για το νησί που κάποτε
ήταν όλο σπαρμένο με κριθάρι
και για το πώς σφύριζαν τα
σπαρτά όταν φυσούσε ο άνεμος.
Πέρυσι τον Ιούνιο, τα αγόρια
μάζεψαν το κριθάρι που φυτέψαμε
στο δικό μας χωράφι και, αυτά
βάδιζαν γύρω-γύρω στο κυκλικό
αλώνι, στα ίχνη των προγόνων
τους.
Φωτογράφησα
τα Κάτω Μέρη ενώ τα παιδιά μου
εξερευνούσαν τον κόσμο όπου
μεγάλωσαν οι πρόγονοί τους,
έναν ταπεινό παράδεισο
φτιαγμένο με ελάχιστα υλικά
μέσα σε τόσες αντιξοότητες, που
η σημερινή σταδιακή του
εξαφάνιση περνά απαρατήρητη.
Καθώς κοιτάζω τα παιδιά μου να
αρχίζουν να δημιουργούν το δικό
τους κόσμο στην Τήνο,
αναρωτιέμαι τι θα κάνουν με τη
γη και τις πέτρες της, τι θα
κάνουν για να διαφυλάξουν την
ομορφιά που αναδύθηκε μέσα σε
τόση τραχύτητα.
Σαν
ξένη σε αυτόν τον τόπο, θέλησα
να αποτυπώσω τη μοναδικότητα
αυτού του χειροποίητου νησιού
με ποιητική διάθεση, ασύνδετη
με τους αγώνες που επί αιώνες
έδωσαν εδώ οι χωρικοί. Όπου κι
αν κοιτάξω, θαυμάζω τα έργα του
Ανθρώπου, του Ανθρώπου που
έζησε σε αρμονία με το
περιβάλλον του, που το
αντιμετώπισε με ταπεινότητα
και σεβασμό ενώ κατόρθωσε να το
τιθασεύσει. Με αυτή την αίσθηση
δέους, ζητώ κι από εσάς να
διαφυλάξετε την ομορφιά που
έχουν τα Κάτω Μέρη, οπουδήποτε
στη γη κι αν βρίσκονται για εσάς
αυτά τα Κάτω Μέρη.
Ευγενία
Κουμαντάρου