ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΔΩΛΟ - ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ



Ε     Π     Ι     Κ     Α     Ι     Ρ     Ο     Τ     Η     Τ     Α
 
ΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΚΘΕΣΕΙΣ         

 

 

Ρεύματα κλασικής δημιουργίας

25 Απριλίου - 30 Μαΐου 2009

Η 44ηέκθεση που παρουσιάζεται στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης έχει τίτλο «Ρεύματα κλασικής δημιουργίας». Σ' αυτήν παρουσιάζονται 150 έργα (σύγχρονες αναπαραγωγές) έντεκα σημαντικών Ελλήνων φωτογράφων - Αντρέας Εμπειρίκος, Κωνσταντίνος Ζημέρης, Σωκράτης Ιορδανίδης, Δημήτρης Λέτσιος, Σπύρος Μελετζής, Nelly's, Θεόδωρος Νικολέρης, Βούλα Παπαϊωάννου, Γιάννης Στυλιανού, Δημήτρης Χαρισιάδης, Μαρία Χρουσάκη - γεννημένων από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1941.

Το μεγαλύτερο μέρος των έργων που παρουσιάζονται ανήκει στη συλλογή του ΜΦΘ, ενώ άλλα ανήκουν στο Φωτογραφικό Κέντρο Σκοπέλου, την Εθνική Πινακοθήκη και το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Η επιμέλεια της έκθεσης είναι της Νίνας Κασσιανού (ανεξάρτητη επιμελήτρια-ιστορικός φωτογραφίας) και του Βαγγέλη Ιωακειμίδη (Διευθυντή του ΜΦΘ).

Η έκθεση, η οποία επιχειρεί να σκιαγραφήσει τάσεις που αναπτύχθηκαν στην ιστορία της ελληνικής φωτογραφίας από το μεσοπόλεμο μέχρι τη δεκαετία του 1970, παρουσιάζει τα έργα μέσα από πέντε ενότητες: «Μάσκα και Σώμα», «Ύλη και φόρμα», «Άνθρωπος και τοπίο», «Πορτρέτο και μνήμη», «Μηνύματα και ντοκουμέντα».

 

Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

Γεννήθηκε στην Μπράιλα της Ρουμανίας. Ήταν ψυχαναλυτής και ένας από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές ποιητές της λεγόμενης «γενιάς του 30». Ταυτόχρονα όμως υπήρξε ένθερμος ερασιτέχνης φωτογράφος. Το φωτογραφικό του έργο ξεκίνησε το 1919 και συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο φωτογραφίζοντας την Ελλάδα και τα ταξίδια στο εξωτερικό με κύριο θέμα τις γυναίκες, τις παιδίσκες και το γιο του. Το 2001, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του, κυκλοφόρησε το λεύκωμα Φωτοφράκτης, Οι φωτογραφίες του Ανδρέα Εμπειρίκου (επιμ. Γιάννης Σταθάτος), εκδόσεις Άγρα. Το αρχείο του ανήκει στο γιο του, Λεωνίδα Εμπειρίκο.

Κωνσταντίνος Ζημέρης (1886-1982)

Γεννήθηκε στο Κατηχώρι Πηλίου. Τελείωσε την Εμπορική Σχολή του Βόλου, όπου πήρε τα πρώτα μαθήματα από το γνωστό ζωγράφο Ι. Πούλακα. Το 1904 έφυγε στην Αμερική, όπου εργάστηκε σε φωτογραφικά εργαστήρια, συνεργαζόμενος με ζωγράφους και φωτογράφους. Εκεί είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στο Σχολείο Τεχνών του Saint Louis. Επιστρέφει το 1912 και στρατεύεται, στην περίοδο των Βαλκανικών πολέμων. Στη συνέχεια μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρέμεινε στην Αθήνα, συνεργαζόμενος με τους μεγάλους φωτογράφους Μπούκα και Nelly's. Ακολούθως επιστρέφει στο Βόλο ασχολούμενος πλέον επαγγελματικά με τη φωτογραφία και τη ζωγραφική. Συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως το 1925 στο Calais της Γαλλίας, το 1926 στο Liverpool της Αγγλίας, ενώ έλαβε το χρυσό βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης το 1932 και το 1936. Το έργο του Ζημέρη αναγνωρίστηκε και σχολιάστηκε ευμενώς τόσο στον αθηναϊκό όσο και στο γαλλικό τύπο και αποτελεί μία αναφορά για την πόλη του Βόλου. Μεγάλο μέρος του αρχείου ανήκει στο Φωτογραφικό Κέντρο Σκοπέλου και στο Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας Βόλου.

Σωκράτης Ιορδανίδης (1912-1985)

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1922 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του ήταν επίσης φωτογράφος. Εργάστηκε στον τομέα του φωτορεπορτάζ και συνεργάστηκε με όλες τις εφημερίδες της Θεσσαλονίκης, την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών (USIS), το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, την Κρατική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδος, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διάφορα προξενεία. Μετά τον πόλεμο συνεργάστηκε με το φωτογράφο Μιχάλη Τσολακίδη και το 1974 δημιούργησε δικό του εργαστήριο. Εκτός από τη Θεσσαλονίκη, φωτογράφισε και στην περιοχή της Χαλκιδικής, καθώς και στο Άγιο Όρος, καλύπτοντας το 1963 τις γιορτές της χιλιετηρίδας από την ίδρυσή του. Έχει εκδοθεί το λεύκωμα Με το βλέμμα του Σωκράτη Ιορδανίδη στη Θεσσαλονίκη του '50, Φωτογραφίες Σωκράτη Ιορδανίδη, Θεσσαλονίκη, Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, 1998. Μέρος του αρχείου του ανήκει στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και στο ΚΘΒΕ.

Δημήτρης Λέτσιος (1910-2008)

Γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου. Σταμάτησε από νωρίς το σχολείο και ασχολήθηκε με το φούρνο του πατέρα του. Έχοντας ως αντίβαρο της κοπιαστικής δουλειάς, την αγάπη για την ύπαιθρο, ξεκίνησε κυριακάτικες πορείες και οργανωμένες εκδρομές. Υπήρξε αυτοδίδακτος φωτογράφος με ουσιαστική συνδρομή στην εκπαίδευση του ο φωτογράφος Μπάμπης Μπασδέκης. Το 1956 ίδρυσε την ΕΦΕ Βόλου - ως παράρτημα - αναλαμβάνοντας την ευθύνη των δρώμενων. Το έργο του διακρίθηκε και βραβεύτηκε στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Βερολίνο και Βουκουρέστι). Έχουν εκδοθεί τα: Φωτογραφίες Δημήτρης Λέτσιος - Photographs Dimitris Letsios, Αθήνα, ύψιλον/Βιβλία, 1987, Γυναίκες της γης, φωτογραφίες Δημήτρης Λέτσιος (κείμενα Μαρούλα Κλιάφα), Αθήνα, Κέδρος, 1994, Δημήτρης Λέτσιος: Οδοιπορία στο φως και τη σκιά της Ελλάδας (επιμ. Ηρακλής Παπαϊωάννου), Θεσσαλονίκη, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, 2005. Το 2006 ο Δημήτρης Λέτσιος δώρισε όλο το φωτογραφικό αρχείο του στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. 

Σπύρος Μελετζής (1906-2003)

Γεννήθηκε την Ίμβρο. Εκεί τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Το 1923 με την κατάκτηση της Ίμβρου από τους Τούρκους, έφυγε για την Αλεξανδρούπολη όπου δούλεψε στο φωτογραφείο του Αλέξανδρου Παναγιώτου. Το 1927 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και μυήθηκε στη φωτογραφία από τον Γεώργιο Μπούκα, φωτογράφο της βασιλικής οικογένειας. Το 1953 συμμετείχε σε εκθέσεις στο Ρότσεστερ, Μπέρμπιγχαμ, Μπουένος-Άιρες, όπου απέσπασε βραβείο και τιμητικές διακρίσεις. Από το 1960 και μετά το ενδιαφέρον του στράφηκε στη φωτογράφηση αρχαιοτήτων και στην έκδοση οδηγών για το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, Δελφών, Ολυμπίας, Επιδαύρου, Κορίνθου, Μυκηνών, Ρόδου, σε συνεργασία με την Ελένη Παπαδάκη. Μεταξύ άλλων έχουν εκδοθεί τα λευκώματα: Σπύρος Μελετζής, Με τους αντάρτες στα βουνά, Αθήνα, Τεχνογραφική, 1982, Σπύρος Μελετζής, Φωτογραφία 1923-1991 - Spyros Meletzis , Photographie 1923-1997, Vienna, Museum Moderner kunst, 1992, Σπύρος Μελετζής, Φωτογραφικό οδοιπορικό στο Άγιον Όρος, 1950 - Spyros Meletzis, Photographic Itinerary on Mount Athos, 1950, Άγιον Όρος, Αγιο-Ρείτικη Φωτοθήκη, 1996, Θράκη: Από το αρχείο του Σπύρου Μελετζή - Thrace: From the Spyros Meletzis Archive (κείμενα Νίνα Κασσιανού), Αθήνα, Εθνολογικό Μουσείο Θράκης - Καστανιώτης, 2005. Το αρχείο του ανήκει στις κυρίες Μαριάννα Αγγελοπούλου και Ελένη Αιματίδου.

Nelly's (Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη) (1899-1998)

Γεννήθηκε στο Αιδίνι της Μικράς Ασίας. Από το 1906 έως το 1912 φοίτησε στο Γαλλικό σχολείο των καλογραιών «Soeurs de Charite». Το 1919 η οικογένεια της εγκαθίσταται στη Σμύρνη μετά τα αιματηρά γεγονότα της δίωξης των Ελλήνων και την καταστροφή του Αϊδινίου. Σπούδασε φωτογραφία στη Δρέσδη. Το 1925 έφθασε στην Αθήνα και άνοιξε το στούντιο της στην οδό Ερμού. Σε όλη τη διάρκεια από το 1925-1939 που παρέμεινε στην Ελλάδα συνέχιζε να φωτογραφίζει ασταμάτητα και να διοργανώνει εκθέσεις. Το 1940 μετακόμισαν με το σύζυγό της στην Αμερική και άνοιξε στούντιο στην 57η λεωφόρο της Νέας Υόρκης όπου εργάστηκε μέχρι το 1966. Την ίδια χρονιά επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα. Τα επόμενα χρόνια εκδόθηκαν μια σειρά λευκωμάτων με το έργο της με σπουδαιότερα τα: Nelly's (κείμενα Διονύσης Δ. Φωτόπουλος), Αθήνα, Μορφωτικό Ινστιτούτο της Αγροτικής Τράπεζας, 1990, Nelly's from Athens to New York: A Retrospective Exhibition of the Work of Elli Seraidari - Από την Αθήνα στη Νέα Υόρκη: Αναδρομική Έκθεση του έργου της Έλλης Σεραϊδάρη (επιμ. Κατερίνα Κοσκινά), Αθήνα, Ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου - Μουσείο Μπενάκη, Φωτογραφικό Αρχείο, 1997, Nelly's: Σώμα και χορός (κείμενα Ντένυ Ευθυμίου-Τσεκούρα), Αθήνα, Άγρα, 1997, Nelly's: Αρχαιότητες. Ελλάδα 1925-1939, Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη - Μέλισσα, 2003. Το έργο της παρουσιάστηκε σε πολλές γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου της παραχωρήθηκε στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Θεόδωρος Νικολέρης (1898-1994)

Γεννήθηκε στο Σαμάκοβο της Ανατολικής Ρωμυλίας και σε ηλικία οκτώ μόλις ετών ο πατέρας του τον έστειλε στη μυθική τότε Κωνσταντινούπολη να βγάλει το ψωμί του και ταυτόχρονα να μαθητεύει σε ένα ρωμέικο μπακάλικο. Έμαθε την τέχνη της φωτογραφίας στο φημισμένο κωνσταντινουπολίτικο φωτογραφείο του Ανδρειωμένου, όπου πήγε με τη θέλησή του. Το 1920 κατατάσσεται εθελοντής στη ΧΙΙ Μεραρχία, όπου και ορίζεται ως φωτογράφος της. Λίγους μήνες αργότερα, 29 Μαΐου 1921, η Μεραρχία του εντάσσεται στη Μικρασιατική Εκστρατεία και ο Θεόδωρος Νικολέρης θα τη φωτογραφίσει βήμα-βήμα, επί 16 μήνες. Κατά το Μεσοπόλεμο εγκαθίσταται στη Δράμα όπου φωτογραφίζει την επόμενη ημέρα: αισιοδοξία και ευημερία στην πλούσια κοινωνία των εκλεκτών καπνών και των παραγωγικών πεισματικών προσφύγων. Το 1941 έρχεται στη Θεσσαλονίκη και οι γιοι του Θωμάς, Διογένης, Δημήτρης και Γιώργος διαπρέπουν ως διάδοχοί του φωτογράφοι. Ο ίδιος φεύγει ξανά στην Αθήνα και επιστρέφει μετά από χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όπου και φεύγει από τη ζωή. Το 2008 εκδόθηκε το βιβλίο Η Μικρασιατική Εκστρατεία. Φωτογραφίες Θεόδωρου Νικολέρη (Συγγραφέας: Νικόλαος Ι. Μέρτζος), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Εκδόσεις

Ερωδιός. Μέρος του αρχείου του παραχωρήθηκε στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, ενώ το μεγαλύτερο κομμάτι του ανήκει στον εγγονό του, Χρήστο Νικολέρη.

Βούλα Παπαϊωάννου (1898-1989)

Γεννήθηκε στη Λαμία και μεγάλωσε στην Αθήνα. Παιδί εύπορης αστικής οικογένειας, σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών. Τα πρώτα της βήματα στη φωτογραφία τα έκανε στα τέλη του 1930 στο πλευρό του γνωστού φωτογράφου της εποχής Πάνου Γεραλή, φωτογραφίζοντας στην αρχή τοπία, μνημεία και αρχαιολογικά εκθέματα. Η ενασχόληση της με τη φωτογραφία που ξεκίνησε σε σχετικά μεγάλη ηλικία την απορρόφησε ολοκληρωτικά. Στροφή στην πορεία της αποτέλεσε η κήρυξη του πολέμου του 1940. Φωτογραφίες της έχουν δημοσιευθεί στο «Illustrated London News» και σε άλλα διεθνή περιοδικά. Μεταξύ άλλων έχουν εκδοθεί τα λευκώματα: La Gèce à ciel ouvert, photographies de Voula Papaioannou (κείμενα Pierre Jacquet), Lausanne, La Guilde du Livre, 1953, Iles Grecques, images Voula Papaioannou (κείμενα Μιμίκα Κρανάκη), Lausanne, La Guilde du Livre, Clairefontaine, 1956, Βούλα Παπαϊωάννου: Φωτογραφικές αναφορές 1940-1960, Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη Φωτογραφικό Αρχείο – Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τραπέζης, 1994, Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου από το φωτογραφικό αρχείο του Μουσείου Μπενάκη (κείμενα Φανή Κωνσταντίνου, Πλάτων Ριβέλλης, Johanna Weber, Τασούλα Βερβενιώτη), Αθήνα, Αγρα - Μουσείο Μπενάκη, 2006. Το 1976 δώρισε το αρχείο της στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Γιάννης Στυλιανού (1941-1996)

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι πρώτες του καλλιτεχνικές ανησυχίες εμφανίστηκαν κατά τη φοίτηση του στο Αμερικανικό κολέγιο. Πρωτοήρθε σε επαφή με τη φωτογραφία προς τα τέλη της δεκαετίας του '50, μέσα από τη σχέση του με το φωτογράφο Κυριάκο Αποστολίδη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής υποδημάτων «Αλυσίδα». Ουσιαστικά, υπήρξε αυτοδίδακτος στη φωτογραφία, με την οποία ασχολήθηκε λίγα μόνο χρόνια, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '60. Το 2002 εκδόθηκε το λεύκωμα Γιάννης Στυλιανού, Η διαυγής όραση και η ευγενής αντινομία (επιμ. Ηρακλής Παπαϊωάννου), Θεσσαλονίκη, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης. Το αρχείο του παραχωρήθηκε στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης.

Δημήτρης Χαρισιάδης (1911-1993)

Γεννήθηκε στην Καβάλα καιήρθε στην Αθήνα το 1920. Αυτοδίδακτος φωτογράφος από μεγαλοαστική οικογένεια που του έδωσε τη δυνατότητα μιας ευρύτερης παιδείας, ήρθε σε επαφή με τη φωτογραφία στα 16 του. Παρότι σπούδασε χημεία στη Λωζάνη και με την επιστροφή του δούλεψε στο εργοστάσιο του πατέρα του, άρχισε ολοένα και περισσότερο να ασχολείται με τη φωτογραφία μέχρι που τον κέρδισε ολοκληρωτικά. Συνεργάστηκε με το Associated Press , το περιοδικό «Life» και το δίκτυο CBS. Το 1956 ξεκίνησε το φωτογραφικό του πρακτορείο. Υπήρξε ο μοναδικός Έλληνας φωτογράφος που συμμετείχε στην έκθεση «The family of man» του Μ.Ο.Μ.Α. Έχουν εκδοθεί τα λευκώματα: Δ.Α. Χαρισιάδης, Φωτογραφίες, 1911-1993 - D.A. Harissiadis, Photographs, 1911-1993 (κείμενα Δημήτρης Α. Τζίμας), Αθήνα, Φωτογράφος, 1995 και Φωτογραφικόν Πρακτορείον «Δ.Α. Χαρισιάδης» (επιμ. Γεωργία Ιμσιρίδου), Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη, 2009. Το αρχείο του ανήκει στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

Μαρία Χρουσάκη (1899-1972)

Γεννήθηκε στη Σμύρνη. Σπούδασε ζωγραφική στο εργαστήριο του Παύλου Μαθιόπουλου. Το 1926 αποφοίτησε από τη Σχολή Εθελοντριών Αδελφών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, τον οποίο υπηρέτησε για πολλά χρόνια. Υπήρξε από τα πρώτα μέλη της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας (ΕΦΕ). Έχει εκδοθεί ένα λεύκωμα με τίτλο Μαρία Χρουσάκη, Φωτογραφίες 1917-1958 (κείμενα Γιάννης Σταθάτος), Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, 2000. Δώρισε το αρχείο της στην Εθνική Πινακοθήκη το 1971.

 

Μετά την αναβάθμιση του χώρου του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Υποέργου 1 του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Πολιτισμός», αποφασίστηκε από την παρούσα έκθεση να υπάρχει κάποιο συμβολικό εισιτήριο για την είσοδο στο Μουσείο - τα έσοδά του οποίου θα διατίθενται για τον εμπλουτισμό των συλλογών και των αρχείων του ΜΦΘ - το οποίο θα ανέρχεται σε 2 ευρώ (κανονικό), 1 ευρώ (μειωμένο) και 0,50 ευρώ (μαθητές σχολείων).

 

 

aaa  

 

 

 

Προσοχή: Αν είδατε την έκθεση, γράψτε μας την γνώμη σας ή κριτική. 

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΠΟΨΕΩΝ

Σωκράτης Ιορδανίδης

Σπύρος Μελετζής

 

Η έκθεση αυτή αποτελεί μια προσέγγιση του σημαντικού φωτογραφικού έργου που παρήγαγαν οι φωτογράφοι την περίοδο από το μεσοπόλεμο μέχρι τη δεκαετία του 1970. Έντεκα φωτογράφοι παρουσιάζονται σε αυτήν την έκθεση με τίτλο «Ρεύματα κλασικής δημιουργίας», η οποία επιχειρεί να σκιαγραφήσει τάσεις που αναπτύχθηκαν στην ιστορία της ελληνικής φωτογραφίας αυτής της περιόδου, να προβάλλει τις θεματικές που αναδύθηκαν, και τέλος να δείξει τις επιρροές που αυτή δέχτηκε από τη διεθνή παραγωγή.

Πρόκειται δηλαδή, για μια επιλογή που αναδεικνύει το φάσμα των ενδιαφερόντων, των κινήτρων και των προσεγγίσεων που αναπτύχθηκαν στο συγκεκριμένο χώρο. Και εάν δεχτούμε ότι η παραγωγή της τέχνης δεν εκτυλίσσεται ποτέ στο κενό, αλλά δέχεται επηρεασμούς από τις πολιτικές και κοινωνικές διαρθρώσεις, αλλά και από την προγενέστερη ιστορία, τότε στην έκθεση αυτή σχηματοποιείται - χωρίς ωστόσο να υπογραμμίζεται - μία «εθνική εικονογραφία», εννοώντας κάποια χαρακτηριστικά που διαμόρφωσαν και διέπλασαν την ελληνική φωτογραφική παραγωγή της εποχής.

Τα έργα μπορούν να ιδωθούν μέσα από πέντε ενότητες που τιτλοφορούνται: «Μάσκα και Σώμα», «Ύλη και φόρμα», «Άνθρωπος και τοπίο», «Πορτρέτο και μνήμη», «Μηνύματα και ντοκουμέντα».

Στην πρώτη ενότητα «Μάσκα και Σώμα» περιλαμβάνονται ο Ανδρέας Εμπειρίκος, η Nelly’s και ο Θεόδωρος Νικολέρης.

Ο υπερρεαλιστής ποιητής και ψυχαναλυτής Ανδρέας Εμπειρίκος επηρεασμένος από τον Man Ray δημιουργεί μια σειρά από φωτογραφίες με μάσκες που είτε ο ίδιος φοράει ή κάποιος άλλος ποζάρει μ' αυτές. Αντίστοιχα η γνωριμία του με τον Andre Breton, ενισχύει τις πεποιθήσεις του γύρω από τον Υπερρεαλισμό, καθώς και η σχέση του με τον Rene Laforgue τον οδηγεί στην ψυχανάλυση. Μυείται στο παράδοξο που εμπεριέχεται στην καθημερινή ζωή, στο απροσδόκητο που συναντά κανείς στο δρόμο, σε αυτό που γεννιέται από το τυχαίο, από τη συνάντηση με το φανταστικό: οπτικά παιχνίδια, ονειρικές συνθέσεις, και μεταμορφώσεις του σώματος χάρη σε ανορθόδοξους φωτισμούς, σκηνοθετημένες τυχαίες συναντήσεις.

 

Η πρωτοπόρος Nelly's - Έλλη Σεραιδάρη-Σουγιουλτζόγλου - που στα πρώιμα έργα της αντανακλώνται άμεσα τα διδάγματα των Γερμανών δασκάλων της Hugo Erfurth και Franz Fielder, σκηνοθετεί την κίνηση των χορευτριών της σχολής Mary Wiegman στη Γερμανία. Η Nelly's προτείνει στα μοντέλα της να φωτογραφηθούν στην ύπαιθρο ωθώντας τες στην απελευθέρωση από τα δεδομένα του χώρου και του χρόνου που καθορίζουν την κίνηση. Με τα έργα αυτά καταφέρνει να συνδυάσει την αισθητική του μοντέρνου χορού - όπως διαμορφώνεται στη Δρέσδη την περίοδο του μεσοπολέμου - με την τάση του ανθρώπου για φυγή στη φύση. Οι λήψεις από τις δελφικές γιορτές - σκηνές από αθλητικούς αγώνες και πολεμικούς χορούς - αποδίδουν την προσχεδιασμένη κίνηση και την πειθαρχημένη ενέργεια που αναδύεται από τα σώματα αυτών που έχουν μάθει να διδάσκονται και να υπακούουν. Ο Θεόδωρος Νικολέρης, γνωστός πορτρετίστας και φωτογράφος οικογενειακών εορτών από τη Δράμα, επιδίδεται στη μελέτη του γυναικείου γυμνού, που πραγματοποιεί το 1930. Το ενδιαφέρον του για τη δυτική τέχνη της φωτογραφίας τον φέρνει σε επαφή με το έργο γνωστών Ευρωπαίων φωτογράφων της εποχής. Οι επιρροές από τον κονστρουκτιβισμό και τον κυβισμό - που κυριαρχούν ως αισθητικά ρεύματα στην Ευρώπη - είναι ιδιαίτερα αισθητές στο έργο του. Ο Νικολέρης σκηνοθετεί τα μοντέλα του - χορεύτριες του καμπαρέ - μπροστά από πρόχειρα ντεκόρ και δημιουργεί συμμετρικές συνθέσεις, πειραματικές φόρμες μοντερνισμού.

Στη δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Ύλη και φόρμα», η πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα μοντερνιστική ματιά του Γιάννη Στυλιανού επηρεασμένη από την αισθητική του αμερικανικού φορμαλισμού και ιδιαίτερα από τον Edward Weston, δημιουργεί ένα μικρό αλλά αξιοζήλευτο σε φωτογραφική αναζήτηση έργο, ξεπερνώντας το θεματικό φωτογραφικό εγκλωβισμό της εποχής. Ο Στυλιανού ερευνά από κοντινή απόσταση οργανικά υλικά: φύλλα φυτών και δένδρων, κορμούς, κλαδιά και σωρούς από στοιβαγμένα ξύλα, μια σχισμή σε έναν ραγισμένο τοίχο αναζητώντας τη φωτογραφική μεταμφίεσης τους. Λεπτομέρειες ενός μικρόκοσμου υπαινικτικού όσο και συγκεκριμένου: τα σκούρα πυκνά κλαδιά από κοντά μοιάζουν γοητευτικά και απειλητικά ενώ μια συστάδα φύλλων δημιουργεί παράξενα λεπτοφυή μοτίβα.

Στην τρίτη ενότητα, «Ανθρωπος και τοπίο» παρουσιάζονται έργα των Σωκράτη Ιορδανίδη, Δημήτρη Λέτσιου, Δημήτρη Χαρισιάδη και Σπύρου Μελετζή.

Στα έργα του Σωκράτη Ιορδανίδη, φωτογράφου της Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζονται τόποι που μεταφέρουν τα ίχνη του χρόνου και της ανθρώπινης παρουσίας, δημιουργώντας μια ισορροπία ανάμεσα στη μνήμη και την κατανόηση του παρόντος. Αυτό μας δείχνουν οι εικόνες με τους περαστικούς κάτω από την αψίδα του Γαλέριου (Καμάρα), οι προσκυνητές στην είσοδο του ναού της Αγίας Σοφίας, η φιγούρα ενός άνδρα στα κάστρα της Άνω Πόλης. Οι φωτογραφίες συνδυάζουν την αισθητική ενός επαγγελματία της εποχής και ενός ευαίσθητου και ρομαντικού

περιπατητή που συνθέτει με πάθος και μεράκι σκηνές από την πόλη που ζει και αγαπάει, θέλοντας να κρατήσει τις αναπαραστάσεις της αθάνατες στο χρόνο.

Τα τοπία της υπαίθρου του ερασιτέχνη φωτογράφου Δημήτρη Λέτσιου, από το Βόλο, αναδεικνύουν τα φωτογραφικά στερεότυπα της εποχής που υπακούουν στον απλοϊκό, ρομαντικό αισθητισμό, το λυρισμό και τη γραφικότητα, σήμα κατατεθέν της ερασιτεχνικής παραγωγής διεθνώς εκείνη την εποχή. Φωτογραφίες όπου απεικονίζονται μεγάλες εκτάσεις, μορφές της φύσης, ατμοσφαιρικά παραθαλάσσια πανοράματα και ειδυλλιακές δύσεις χωρίς την ανθρώπινη παρουσία. Ο Λέτσιος μέλος της Περιηγητικής Λέσχης Βόλου και του Ορειβατικού Συνδέσμου συνδεδεμένος με το φυσιολατρικό πνεύμα της εποχής μας παραπέμπει ασυνείδητα στο αρκαδικό όραμα διατηρώντας το τοπίο φυσικό και ανόθευτο από τα σημάδια του συγχρόνου πολιτισμού.

Μια εξέχουσα μορφή της ελληνικής φωτογραφίας, ο Δημήτρης Χαρισιάδης, γνωστός διεθνώς με πολύπλευρη φωτογραφική δεινότητα, παρουσιάζει στιγμιότυπα κοινωνικής ζωής στις πόλεις τη δεκαετία του 1950. Ο Χαρισιάδης χειρίζεται τα θέματα του με διακριτικότητα και επιδέξιο χειρισμό της φόρμας, αποφεύγοντας ελεγειακούς τόνους και ρητορικές μεγαλοστομίες. Η εμμονή του στην αποστασιοποιημένη αισθητική ορθότητα, όπως αυτή προκύπτει από την κατακτήση της εύθραστης ισορροπίας μεταξύ του επιμέρους και του καθολικού, του παροδικού και του διαχρονικού, αντανακλάται σε όλες τις φωτογραφίες του ανεξάρτητα από το θέμα και τη χρήση. Αυτό είναι έκδηλο παντού: στον τροχονόμο στην Πλατεία Συντάγματος, στο Ζυγιστή στην παραλία της Θεσσαλονίκης, στους φοιτητές γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών, στα παιδιά στις παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης.

Στις φωτογραφίες του Σπύρου Μελετζή - από τους σημαντικότερους φωτογράφους της γενιάς του - αναδεικνύονται πρόσωπα απλών ανθρώπων της υπαίθρου. Στο μεταπολεμικό αυτό έργο του ο Μελετζής δεν αποφεύγει την ήδη διαμορφωμένη - από την περίοδο της Αντίστασης - καλλιτεχνική κατεύθυνση· μια κατεύθυνση που ακολουθεί το ίδιο ηρωικά μνημειακό ύφος, συνδυασμένο με ένα κράμα δυναμισμού και αισιοδοξίας για τη ζωή. Πράγματι στο έργο του κανένα στοιχείο δεν μοιάζει να αμαυρώνει το ειδυλλιακό τοπίο αυτής της χώρας της οποίας οι κάτοικοι ζουν αρμονικά μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους. Οι φωτογραφίες του Μελετζή διαπνέονται από την ανέμελη «Joie-de-vivre» - διάθεση της γαλλικής σχολής της δεκαετίας του 1950 - και αποτελούν έναν «εορταστικό ύμνο της ελληνικής υπαίθρου».

 

Στην τέταρτη ενότητα, «Πορτρέτο και μνήμη», συναντούμε τα πορτρέτα στο στούντιο του Κωνσταντίνου Ζημέρη - επαγγελματία τοπιογράφου και πορτρετίστα από το Βόλο, τα οποία συνθέτουν την εικόνα μιας κοινωνίας τη δεκαετία του 1940-1950 και ξεχωρίζουν χάρη στη φυσικότητα και την αμεσότητα που έχουν. Στέκονται ίσια και μας κοιτάνε με σοβαρότητα και αυθορμητισμό. Τα πρόσωπα και οι στάσεις τους αναδύουν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους και προδίδουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι άνθρωποι που φωτογραφίζει ο Ζημέρης δεν είναι απρόσωπες μορφές ενός νοσταλγικού παρελθόντος αλλά ζωντανά πρόσωπα που αφηγούνται τις εμπειρίες και τις γνώσεις τους για κάτι ζωντανό, που απλώς έχει περάσει.

Στην πέμπτη ενότητα «Μηνύματα και ντοκουμέντα» βρίσκονται έργα της Βούλας Παπαϊωάννου και της Μαρίας Χρουσάκη. Για τη Βούλα Παπαϊωάννου ο πόλεμος του 1940 στάθηκε η αφορμή να αναπτύξει έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον και να αποτυπώσει τις συνέπειες του στις πόλεις και την ύπαιθρο. Η Παπαιωάννου με μεγάλα βήματα ξεπερνάει τον παροπλισμένο πικτοριαλισμό της εποχής και αγγίζει τα όρια του μοντερνισμού. Τόσο η απόσταση από τα αντικείμενα της, η καθαρότητα στη λεπτομέρεια όσο και το ακριβές, λιτό προσεκτικό και μελετημένο κάδρο της την καθιστούν μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες φωτογράφους με ώριμο έργο. Οι τραυματισμένοι στρατιώτες του Αλβανικού μετώπου, οι μαυροφορεμένες γυναίκες της υπαίθρου και τα πεινασμένα παιδιά ξεχωρίζουν για τον εμβληματικό χαρακτήρα και την τραγική αισθαντικότητα τους.

Ξέγνοιαστο πνεύμα, παρόλο που τραβήχτηκαν σε περίοδο πολέμου, διαπνέει τις φωτογραφίες της Μαρίας Χρουσάκη, νοσοκόμας του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού - και φίλης της Βούλας Παπαϊωάννου. Ακολουθώντας το κλιμάκιο της, φωτογράφισε τις αποστολές του Αγγλικού Ερυθρού Σταυρού στα υπαίθρια ιατρεία στον Τυμφρηστό και τη φροντίδα μικρών παιδιών στον Άγιο Γεώργιο. Από τις πιο σημαντικές όμως ενότητες του έργου της αποτελούν οι φωτογραφίες της μεταφοράς των ανταρτόπληκτων παιδιών από τη Βόρεια Ελλάδα στις παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης το 1948 μεσούντος του Εμφυλίου Πολέμου. Η Χρουσάκη με αυτό το έργο κατορθώνει να συνδυάσει καλλιτεχνική φωτογραφία και φωτογραφική ιστορική μαρτυρία, κάτι που λίγοι ομότεχνοί της το έχουν πετύχει.

Νίνα Κασσιανού, Βαγγέλης Ιωακειμίδης

 


ΑΡΧΙΚΗ | ΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ | LINKS | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ 

2004-9 © ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΔΩΛΟ