ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΔΩΛΟ - ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ



Ε     Π     Ι     Κ     Α     Ι     Ρ     Ο     Τ     Η     Τ     Α
 
ΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΚΘΕΣΕΙΣ         

 

 

Γιώργος Κατσάγγελος

Προσπαθώντας περισσότερο

Διαστάσεις : 28Χ21

Αριθμός σελίδων : 144

ISBN : 978-960-12-1842-7

Τιμή : 25,00 ευρώ

Περιγραφή : Η ενότητα φωτογραφιών «Προσπαθώντας Περισσότερο» έχει ως κεντρικό θέμα την εικόνα της γυναίκας που αγωνίζεται, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη επιτυχία, να επιβιώσει υλικά αλλά και ψυχολογικά κάτω από συνθήκες όχι απλώς αντίξοες, αλλά κυριολεκτικά ακατανόητες για τους περισσότερους από μας. Και πάντα, σχεδόν, μονάχη: ανήλικη μητέρα, νέα κοπέλα, μετανάστρια, χήρα, ηλικιωμένη ή απλώς γυναίκα που αποτελεί το μοναδικό οικονομικό αποκούμπι της οικογενείας της. Κάποιες από τις γυναίκες αυτές φωτογραφίζονται στον τόπο εργασίας τους, είτε χωράφι είναι είτε δρόμος, πολύ συχνά όμως ο Κατσάγγελος επιλέγει να τις απαθανατίσει στον ιδιωτικό τους χώρο. Οι χώροι κυμαίνονται από τους σχετικά παστρικούς και τους απλά θλιβερούς μέχρι τους εντελώς απαράδεκτους, όπως η περιστοιχισμένη από σωρούς απορριμμάτων τσιγγάνικη σκηνή στο Σουλουκουλέ.

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΒΑΡΗ - ΖΩΤΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

Μαρία Τσαντσάνογλου

Τις φωτογραφίες του Γιώργου Κατσάγγελου τις είχα πρωτοδεί πριν από δέκα οκτώ χρόνια, σε μια έκθεση στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Ήταν φωτογραφίες που κατέγραφαν στιγμιότυπα από τη ζωή ασθενών στο ψυχιατρείο. Θυμάμαι ότι κοιτούσα τις φωτογραφίες και άκουγα τις συζητήσεις δύο νεαρών θεατών (ένας άντρας και μια γυναίκα) δίπλα μου που αναρωτιόνταν αν ο φωτογράφος δικαιούται να εισβάλλει στη ζωή ανθρώπων που δεν είναι σε θέση να εκφράσουν εάν θέλουν ή όχι να εκτεθούν στη δημόσια θέα. Ο τόνος τους ήταν μάλλον καταγγελτικός και στ’ αυτιά μου παράφωνος με τα πρόσωπα που στις περισσότερες περιπτώσεις κοιτούσαν κατάματα τον φακό. Μου είχε κινήσει την προσοχή το συνήθως επίμονο βλέμμα των ανθρώπων αυτών, βλέμμα που εξέπεμπε ένα αίτημα επικοινωνίας που συσσωρευτικά γινόταν δυσβάστακτο ως προς τα αποθέματα ανταπόκρισης που κατά μέσο όρο φέρει ο καθένας μας. Αυτό το βλέμμα στρεφόταν τώρα στον θεατή, δηλαδή στην συγκεκριμένη στιγμή σ' εμένα και στους δύο νεαρούς δίπλα μου που στην προκειμένη περίπτωση ήθελαν πάση θυσία να απαλλαγούν από το δυσβάστακτο βάρος ενός τέτοιου αιτήματος. Έτσι αρνήθηκαν να καταβάλουν κι άλλη προσπάθεια για να κατανοήσουν το αντικείμενο και την αιτία της καθόλα πραγματικής ενόχλησής τους.

Όταν μετά από χρόνια γνώρισα τον Γιώργο Κατσάγγελο και παρακολούθησα τον τρόπο που δουλεύει, διαπίστωσα και από κοντά πόσο δύσκολη και επίπονη διαδικασία είναι η προσέγγιση ενός ανθρώπου στις φυσικές συνθήκες διαβίωσής του, είτε πρόκειται για έναν φτωχό μετανάστη στο προσωρινό του κατάλυμα ή για έναν πλούσιο κοσμηματοπώλη στο ακριβά διακοσμημένο διαμέρισμά του, είτε για μια νεαρή σερβιτόρα στο εστιατόριο που εργάζεται στην Κούβα ή για μία ζωγράφο στο εργαστήριό της στην Αρμενία.  Ο  Γιώργος Κατσάγγελος δεν ενδιαφέρεται για την κλεφτή ματιά που θα πιάσει φευγαλέα ένα αξιοπρόσεκτο στιγμιότυπο. Η τελική εικόνα είναι αποτέλεσμα χρονοβόρας ενασχόλησης με το μοντέλο: συστήνεται, ακούει, συζητά, τέλος φωτογραφίζει. Κι αυτό είναι μόνον η αρχή γιατί θα επιστρέψει πολλές φορές, θα εντοπίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την σχέση του μοντέλου με τον περιβάλλοντα χώρο και με τους άλλους ανθρώπους, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη για να μπορέσει να δει στα αντικείμενα και στα πρόσωπα που περιστοιχίζουν το μοντέλο το παρελθόν του και το παρόν του, να καταγράψει την κίνηση του σώματος που δηλώνει την δυναμική του μέλλοντος. Θα επιλέξει, τέλος, μία φωτογραφία, από τις δεκάδες και εκατοντάδες: αυτή που κωδικοποιεί τις πληροφορίες σε μία τελική εικόνα με την επιδίωξη να μην έχει τίποτα περιττό και τίποτα να μην υπολείπεται.

Οι φωτογραφίες του Γιώργου Κατσάγγελου είναι ανθρωποκεντρικές αφηγήσεις που δεν επιδιώκουν να ωραιοποιήσουν τίποτα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ομορφιά δεν τον αφορά. Κάθε άλλο. Το Ωραίο βρίσκεται στην προσπάθεια της επιβίωσης, στην ανάγκη μιας νεαρής μουσουλμάνας να διαβάζει ένα βιβλίο ενώ προσπαθεί να πουλήσει στον πάγκο το εμπόρευμά της, στην επιθυμία μιας ηλικιωμένης μετανάστριας να προσφέρει καφέ, στην κούραση μετά τη δουλειά, στην περηφάνια για την οικογένεια, στην χαρά της μυσταγωγίας, στην παρηγοριά μπροστά στον θάνατο, στην ελπίδα για το μέλλον. Η αναζήτηση του Ωραίου δεν αφορμάται από καλλωπιστικούς ή διακοσμητικούς κανόνες. Η Ομορφιά αντιμετωπίζεται ως μια από τις βασικές, υψηλές έννοιες που, μαζί με άλλες, όπως λ.χ. η αγάπη, ο πόνος, η δικαιοσύνη, στρέφει τον προβληματισμό του θεατή σε πρωταρχικές ζωτικές αξίες, οι οποίες του θυμίζουν ότι η περιπλοκότητα της ζωής μας έχει απαξιώσει τις ιδεολογίες κι έχει ισοπεδώσει τις θεωρίες. Είναι, λοιπόν, ανάγκη να αναζητήσουμε μια νέα, κατεξοχήν ουμανιστική αρχή για να κατανοήσουμε το παρόν και ν' αντιμετωπίσουμε το μέλλον.

Στη σειρά των γυναικών επίσης υπάρχει ομορφιά. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να μην υπάρχει; Όμως οι γυναίκες των φωτογραφιών του Γιώργου Κατσάγγελου δεν σχετίζονται καθόλου με τα στερεότυπα πρότυπα γυναικείας ομορφιάς που έχουν παγιωθεί στη συνείδησή μας. Η καθαρά ουμανιστική ομορφιά τους πηγάζει από την ίδια την προσπάθειά τους να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και να την κερδίσουν με την αξία τους. Αυτό είναι εμφανές στις φωτογραφίες, που είναι άκρως αφηγηματικές. Κάθε μία από τις ηρωίδες του πρωταγωνιστεί σε μια πραγματική ιστορία που θα μπορούσε να είχε γραφτεί δίπλα στην φωτογραφία. Καλύτερα όμως που δεν γράφτηκε. Αλλιώς θα αποδυνάμωνε την προσπάθεια του θεατή να αποκωδικοποιήσει τις πυκνές πληροφορίες, να εντοπίσει την ψυχολογική ιχνηλασία και να διαβάσει τα συμφραζόμενα που περιέχονται στα πορτρέτα. Εξάλλου είναι περιοριστικό για το σύνολο του έργου να απομονώνονται οι επιμέρους αφηγήσεις από την γενική ιστορία που έδωσε το έναυσμα στην δημιουργία της σειράς. Ο Γιώργος Κατσάγγελος οδηγείται από το γενικό στο ειδικό. Η διαδρομή του προσφέρει εξειδικευμένες ιστορίες που ενώ έχουν αυτοτέλεια, αποτελούν ταυτόχρονα τμήματα της κύριας ιστορίας. Η διαδρομή αυτή δεν έχει τέλος, κι αυτό, έχω την εντύπωση πως είναι μια από τις ενδόμυχες αγωνίες του φωτογράφου. Είναι μια διαδικασία που προσομοιάζει την επιστημονική μέθοδο έρευνας και ερμηνείας.

Οι γυναίκες είναι ένα κεφάλαιο από τις διαφορετικές σειρές πάνω στις οποίες ο Γιώργος Κατσάγγελος επίμονα κτίζει το γενικό του θέμα που είναι ο άνθρωπος και η καθημερινότητά του. Υποκεφάλαια των γυναικών εντάσσονται σε άλλες σειρές, όπως στη σειρά για την παιδική εργασία, στη σειρά για τις εθνικές μειονότητες της Κωνσταντινούπολης ή στη σειρά για τις θρησκευτικές λατρείες. Στην προσπάθειά του να μην εμπλέξει στην απόδοση του ανθρώπινου αγώνα για επιβίωση στοιχεία με συνειδητή ή υποσυνείδητη εθνοτική απόχρωση, αποφασίζει να αποστασιοποιηθεί από την ελληνική πραγματικότητα. Από τις φωτογραφίες που δημοσιεύονται, μόνο δύο έχουν γίνει στην Ελλάδα. Αλλά κι αυτές ακόμα είναι προϊόν ταξιδιού. Η προετοιμασία του ταξιδιού και ο νέος τόπος εξασκούν το βλέμμα σε εικόνες που σε άλλη περίπτωση η συνήθεια και η εξοικείωση ενδέχεται να τις είχαν κάνει αόρατες.

Οι φωτογραφίες του Γιώργου Κατσάγγελου είναι ντοκουμέντα και ταυτόχρονα έργα τέχνης. Ντοκουμέντα γιατί υπάρχει η γνώση και η συναίσθηση ότι η φωτογραφία άλλαξε την μέθοδο της ιστορικής προσέγγισης αντικαθιστώντας και συμπληρώνοντας τις περιγραφές. Έργα τέχνης γιατί είναι ψυχολογικά πορτρέτα που προσφέρουν πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης αποδίδοντας τη γλώσσα του σώματος και μεταδίδοντας αισθητικά μηνύματα ως προς την δομή της εικόνας, την ισορροπία των γραμμών και των επιπέδων, την αρμονία των χρωμάτων.

Όμως πάνω απ' όλα, οι φωτογραφίες του Γιώργου Κατσάγγελου είναι απερίφραστα ουμανιστικές.

 

aaa  

Προσοχή: γράψτε μας την γνώμη  ή την κριτική σας για την έκδοση.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΑΠΟΨΕΩΝ 

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Γιάννης Σταθάτος

Νύχτα στην Αβάνα. Παρά την προχωρημένη ώρα, στη γωνία μιας άλλοτε μεγαλοπρεπούς πλατείας ένα φθαρμένο από τον χρόνο κυλικείο προβάλλει κάτω από σκληρό φθοριούχο φως. Σύμφωνα με την αναρτημένη πινακίδα, λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο (24 horas!), προσφέροντας μια περιορισμένη επιλογή από τσιγάρα, ρούμι, μπίρα και λικέρ μέντας. Ακουμπισμένη στο φθαρμένο γκισέ, μια γυναίκα με την εξάντληση αποτυπωμένη στη στάση της μοιάζει να λαγοκοιμάται με μισόκλειστα μάτια, περιμένοντας κανέναν ξενυχτισμένο περαστικό.

Κωνσταντινούπολη. Όρθιο μπροστά από ένα τοίχο με βρόμικο, σκασμένο σοβά, γεμάτος εγχάρακτα γκραφίτι, ένα νεαρό κορίτσι με όμορφο, ελαφρώς ασιατικό παρουσιαστικό ρίχνει στον φακό μια ουδέτερη έως και λίγο ψυχρή ματιά. Κάποιο άγνωστο χέρι έχει κάνει μια μικρή, σπαρακτικά αναποτελεσματική προσπάθεια να καλύψει τον τοίχο με φρέσκο στρώμα λευκής μπογιάς, το ρολό όμως του μπογιατζή στέκεται εγκαταλελειμμένο, σε αντίστιξη με το κορίτσι.

Αλβανία. Κάτω από τα φώτα της φάμπρικας, μια νέα σχετικά γυναίκα ασχολείται με το παστάλιασμα φύλλων καπνού. Η εργασία αυτή, που καθώς φαίνεται απασχολεί πολλές γυναίκες στον ίδιο χώρο, προχωράει με γρήγορους, ίσως εξαντλητικούς ρυθμούς, η εικονιζόμενη όμως, παρά την εμφανή κόπωση, έχει ένα γλυκό χαμόγελο, και η ενδυμασία της προδίδει σαφή σημεία κοκεταρίας.

Βουλγαρία. Τρεις αγρότισσες, οι δύο τουλάχιστον μιας ορισμένης ηλικίας, με μαντίλα και μακριά, πολύχρωμα φουστάνια κάθονται κατάχαμα, δίπλα σε ένα μεγάλο σωρό χώμα ή μπάζα, η μία βαστάει σκεπάρνι. Από πίσω είναι αραδιασμένες πέτρες, ενώ μπροστά ξεχωρίζει ένα καρότσι στο οποίο κάποιος φτυαρίζει χώμα. Αν και προφανώς εργάζονται σε κάποιο έργο οδοποιίας, δεν μοιάζουν ιδιαιτέρως αγχωμένες, απορροφημένες στη συζήτηση.

Κοινό θέμα των τεσσάρων αυτών φωτογραφιών, όπως και των υπόλοιπων που συνθέτουν την ενότητα Προσπαθώντας περισσότερο του Γιώργου Κατσάγγελου, αποτελεί η εικόνα της γυναίκας που αγωνίζεται, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη επιτυχία, να επιβιώσει υλικά αλλά και ψυχολογικά κάτω από συνθήκες όχι απλώς αντίξοες, αλλά κυριολεκτικά ακατανόητες για τους περισσότερους από μας. Και πάντα, σχεδόν, μονάχη: ανήλικη μητέρα, νέα κοπέλα, μετανάστρια, χήρα, ηλικιωμένη ή απλώς γυναίκα που αποτελεί το μοναδικό οικονομικό αποκούμπι της οικογενείας της.  Σύμφωνα με τις στατιστικές του ΟΗΕ, το 70% των φτωχών του πλανήτη είναι γυναίκες.

Κάποιες από τις γυναίκες αυτές φωτογραφίζονται στον τόπο εργασίας τους, είτε χωράφι είναι είτε δρόμος, πολύ συχνά όμως ο Κατσάγγελος επιλέγει να τις απαθανατίσει στον ιδιωτικό τους χώρο. Οι χώροι κυμαίνονται από τους σχετικά παστρικούς και τους απλά θλιβερούς μέχρι τους εντελώς απαράδεκτους, όπως η περιστοιχισμένη από σωρούς απορριμμάτων τσιγγάνικη σκηνή στο Σουλουκουλέ. Ιδιαιτέρως κλειστοφοβικά είναι τα μικρά σαν κελιά φυλακής δωμάτια που στεγάζουν μετανάστριες από την Αφρική, τον Πόντο και τη Γεωργία στο Κουμ Καπί της Κωνσταντινούπολης: εφιαλτικά χαμηλά ταβάνια, λεπρά ντουβάρια που στάζουν υγρασία, ηλεκτρικές εγκαταστάσεις της συμφοράς, γυμνοί γλόμποι. Εδώ, όπως και στα πιο ευρύχωρα αλλά εξίσου πτωχά διαμερίσματα της Αβάνας, τα πάντα είναι φθαρμένα μέχρι το κόκαλο: οι πληγωμένοι σοβάδες, τα φαγωμένα πατώματα, οι τρύπες που χάσκουν στις μεσοτοιχίες, το σμάλτο που έλιωσε ανεπιστρεπτί από το χερούλι του ψυγείου - τίποτα απ' όλα αυτά δεν πρόκειται να επισκευασθεί, ενώ όλα δίνουν την εντύπωση πως όσο και να τα τρίψεις, δεν θα χάσουν ποτέ ένα λεπτό αλλά αμετάθετο στρώμα βρόμας.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες, ακόμα και οι ποιό απλές καθημερινές δραστηριότητες - διατροφή, καθαριότητα, διευθέτηση του χώρου - γίνονται απείρως πιο δύσκολες και χρονοβόρες. Εδώ, το μαγείρεμα επιτελείται με ένα μικρό ηλεκτρικό μάτι που ισορροπεί πάνω σε τούβλο. Αλλού, σε μια βρόμικη αυλή, μια γυναίκα απλώνει μπουγάδα που μετέφερε σε πλαστικά δοχεία, η παντόφλα της δυο δάκτυλα από τα μεγάλα καρφιά που εξέχουν, απειλητικά, από κάποιο παρατημένο δοκάρι. Καταχείμωνα, με χιόνι στρωμένο ολόγυρα, η Αλβανή νοικοκυρά στύβει τη δική της μπουγάδα κάτω από μια βρύση στην άκρη του δρόμου. Σε ένα δωμάτιο τεσσάρων τετραγωνικών, σκυμμένη κάτω από ένα επικλινές ταβάνι που ίσα-ίσα της επιτρέπει να σταθεί όρθια από τη μια μεριά, μια νεαρή γυναίκα σιδερώνει ρούχα πάνω στην κουβέρτα του κρεβατιού της.

Και όμως, οι φωτογραφίες αυτές είναι κάθε άλλο παρά στερεότυπες απεικονίσεις κακομοιριάς και αθλιότητας. Το περιβάλλον στο οποίο ζουν μπορεί να είναι μίζερο, οι γυναίκες όμως που επέλεξε να φωτογραφίσει ο Κατσάγγελος δεν έχουν ηττηθεί από τη ζωή. Δεν εννοώ φυσικά με αυτό ότι οι φωτογραφίες αποπνέουν κάποιο αφελές μήνυμα αισιοδοξίας, απεναντίας, η καταπίεση - οικονομική, ταξική, πολιτική και φυλετική - που απεικονίζεται είναι άμεσα αναγνωρίσιμη. Απλώς σημειώνουμε, αναπόφευκτα και με θαυμασμό, το θάρρος και την αξιοπρέπεια των γυναικών αυτών.

Όσο άθλιο και αν είναι το περιβάλλον, είναι εμφανείς οι προσπάθειες καλλωπισμού και εκπολιτισμού που καταβάλλονται: με εικονίσματά στη γωνιά του δωματίου, με φθηνά σταμπωτά χαλιά που σκεπάζουν τον τοίχο, με καθαρά και φρεσκοσιδερωμένα ρούχα που κρέμονται από καρφιά ή τεντωμένους σπάγκους, με καδραρισμένες οικογενειακές φωτογραφίες, με ευτελή αλλά αγαπημένα μπιμπελό στην εταζέρα.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες της ζωής τους, οι γυναίκες αυτές πράγματι προσπαθούν περισσότερο. Σε κάποιο σοκάκι της Αβάνας στέκεται ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο, χωρίς σέλα, χωρίς αλυσίδα, χωρίς λάστιχα, που όμως χρησιμεύει ακόμα σε κάτι - έγινε εξάρτημα αυτοσχέδιου καροτσιού, εξυπηρετώντας τη μαύρη πωλήτρια λουλουδιών που χαμογελάει στο πίσω πλάνο. Στην άλλη άκρη του κόσμου, σε κάποιο υπαίθριο παζάρι της Πόλης, η μικρή που φροντίζει την πρόχειρη έκθεση παιδικών ρούχων είναι προσηλωμένη, μέχρι να της αποσπάσει την προσοχή ο φωτογραφικός φακός, σε ένα χοντρό βιβλίο - έργο, όπως μπορούμε να διακρίνουμε, της Εμινέ Σενλίκογλου, ισλαμικής φεμινίστριας γνωστής για την ενεργό αντίστασή της στο κοσμικό πολιτικό καθεστώς της Τουρκίας.

Παράλληλα, δημιουργούν και συντηρούν κοινωνικούς ιστούς, ιστούς στους οποίους κυριαρχούν η γυναικεία αλληλεγγύη και αλληλοϋποστήριξη - τουλάχιστον, απ' όσα βλέπουμε, στα Βαλκάνια και στην Τουρκία, αφού δεν συμπεριλαμβάνεται αντίστοιχη φωτογραφική μαρτυρία από την Κούβα. Ένα δείγμα τέτοιων κοινωνικών δεσμών παρατηρούμε σε κάποιο από τα μικρά δωμάτια του Κουμ Καπί, όπου πέντε μεσήλικες Γεωργιανές έχουν στήσει βεγγέρα γύρω από ένα μικρό τραπέζι φορτωμένο σοκολάτες, βουτήματα και τούρκικους καφέδες. Από τις τρεις που μπόρεσε να συλλάβει ο φακός, η μία γελάει πλατιά χωρίς να νοιάζεται για τα δόντια που έχασε, ενώ οι άλλες μοιράζουν την προσοχή τους ανάμεσα στον φωτογράφο και τις σοκολάτες. Πιο δραματική είναι η φωτογραφία που δείχνει ένα πλήθος ενθουσιασμένα γυναικόπαιδα τα οποία παρατηρούν, σε ένα είδος έκστασης χαράς και θαυμασμού, κάτι που εκτυλίσσεται έξω από το πεδίο της εικόνας. Αν κρίνουμε από τα ντουβάρια στο πίσω πλάνο, ο χώρος είναι πτωχός και ρημαγμένος, δύο όμως από τα μωρά είναι ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα παραμυθιού, ενώ στο πρώτο πλάνο φαντάζει μια τεράστια, πολυώροφη τούρτα. Εδώ, όπως και στη φωτογραφία των δύο γυναικών που χορεύουν ανατολίτικο χορό σε μια αυλή, κάτω από τον βραδινό ουρανό, το κέφι είναι αποκλειστικά γυναικείο.

Απεικονίσεις γυναικών σε χώρους ως επί το πλείστον προσωπικούς, άρα εκ προοιμίου συνήθως μη παραδομένους στην ανδρική θέαση, θέτουν ένα αναπόφευκτο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να απορρέουν από τη φωτογραφική ματιά ενός ατόμου γένους αρσενικού, αναμφισβήτητα οικονομικά προνομιούχου σε σχέση με τις φωτογραφιζόμενες, επιπλέον δε όχι μόνον ξένου αλλά συχνά και αλλόθρησκου. Ένα τμήμα της φεμινιστικής σκέψης, κυρίως εκείνης που ευθυγραμμίζεται με τα συγγράμματα της Julia Kristeva, θα καταδίκαζε πιθανώς το όλο εγχείρημα ως κίβδηλο, από τη στιγμή που διοχετεύεται μέσα από το υποτιθέμενο κυρίαρχο αρσενικό βλέμμα. Εντούτοις, δύσκολα διαπιστώνει κανείς ίχνη αντικειμενικοποίησης της γυναίκας ή του γυναικείου σώματος στην παρούσα εργασία. Αυτό ισχύει ακόμα και στις εικόνες εκείνες όπου οι φωτογραφιζόμενες εκδηλώνουν κοκεταρία ή άλλη δήθεν «παραδοσιακά γυναικεία» συμπεριφορά, αφού ύστατος αποδέκτης δεν είναι ο φωτογράφος, αλλά άλλες γυναίκες.

Γεγονός παραμένει πως ο Γιώργος Κατσάγγελος κατάφερε όντως να γίνει αποδεκτός από διακριτές κοινωνικές ομάδες εντελώς διαφορετικές, πολιτισμικά όσο και γεωγραφικά, από τη δική του κοινωνική προέλευση. Η επιτυχία αυτή οφείλεται βέβαια εν μέρει στην επαγγελματική εμπειρία και επιμονή του - η φωτογράφιση των Rom του Σουλουκουλέ, λόγου χάριν, διήρκεσε δεκαεφτά μήνες, από τον Αύγουστο 2007 έως τον Φεβρουάριο 2009. Όπως ο ίδιος σημειώνει, «Η δική μου έρευνα και προσπάθεια ήταν να γνωριστώ μαζί  τους, να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους και να τις φωτογραφίσω έτσι που η οικειότητα που αναπτύχθηκε να είναι φανερή. Αυτό με οδήγησε στην επανάληψη στις πολλαπλές επισκέψεις στην εξοικείωση με το θέμα μου».  Η προσπάθεια όμως αυτή δεν θα επαρκούσε από μόνη της αν δεν συνοδευόταν από τον σεβασμό και τη διακριτικότητα που προφανώς διακρίνουν τον φωτογράφο στις σχέσεις του με τα άτομα που επέλεξε να φωτογραφίσει.

Ο σεβασμός προς τον «άλλο» χαρακτηρίζει εξάλλου ολόκληρο το έργο του Κατσάγγελου, εκφραζόμενος μέσα από μια σταθερή αποφυγή του εύκολου εντυπωσιασμού σε όλα τα επίπεδα. Το βλέπουμε τόσο στη μονογραφία Θρησκευτικά (1995), οι φωτογραφίες της οποίας αντιπαρέρχονται τον πειρασμό μιας υπερβολικά εξωτικής απεικόνισης των λαϊκών λατρευτικών παραδόσεων της Ελλάδας, όσο και στην εξαιρετική Σιωπή (2001), όπου τα πορτραίτα ψυχολογικά διαταραγμένων ανθρώπων δεν ξεπέφτουν ποτέ στη σκοποφιλία ή το γκροτέσκο, αποφεύγοντας ακόμα και στις ποιό ακραίες περιπτώσεις να παραβιάσουν την αξιοπρέπεια του ατόμου. Στην τελευταία του αυτή εργασία, ο σεβασμός που διέπει το εγχείρημα του Κατσάγγελου είναι αντάξιος του θάρρους που επιδεικνύουν σε καθημερινή βάση οι γυναίκες του Κουμ Καπί και της Αβάνας.

 


ΑΡΧΙΚΗ | ΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ | ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ | LINKS | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ 

2004-9 © ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΔΩΛΟ